Αρχαιολογικοί Χώροι

 

Νεκρόπολη Αγίου Παντελεήμονα (Πάτελι)

Η εποχή του σιδήρου στην περιοχή είναι γνωστή μόνο από τα νεκροταφεία της και ειδικότερα από αυτό του Πάτελι (παλαιότερη ονομασία του χωριού Αγίου Παντελεήμονα του Δήμου Αμυνταίου). Πρόκειται για τη γνωστή Νεκρόπολη τύμβων του Πάτελι, η οποία εντοπίστηκε κατά την διάνοιξη της σιδηροδρομικής γραμμής Έδεσσας-Φλώρινας και ανασκάφηκε εν μέρει τα έτη 1898-99, από το Ρωσικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Κωνσταντινούπολης. Τα ευρήματα που προέκυψαν από την εν μέρει αυτή ανασκαφή φυλάσσονται στο αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Η ανασκαφική δραστηριότητα στην θέση αυτή επανελήφθη υπό την εποπτεία και καθοδήγηση του Δρ. Αρχαιολόγου. κ. Χρυσοστόμου Πανίκου το έτος 2001 στα πλαίσια σωστικής έρευνας μετά από μία και πλέον 100ετία.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν ανακαλυφθεί εκατοντάδες τάφοι οι οποίοι εντάσσονται σε 18 τύμβους. Από το σύνολο του ανασκαμμένου χώρου της Νεκρόπολης συνελέγησαν πολλές εκατοντάδες αντικειμένων από χαλκό, σίδηρο, λίθο, πηλό η ελεφαντόδοντο, τις κύριες ενότητες απαρτίζουν τα κεραμικά αγγεία, τα κοσμήματα, τα προσαρτήματα ενδυμασίας, τα σιδερένια η τα χάλκινα όπλα, τα εργαλεία καθώς και μια σειρά από αντικείμενα αδιάγνωστης χρήσης. Η εξαιρετική διατήρηση των ευρημάτων και του σκελετικού υλικού, βοήθησαν στην πλήρη σχεδόν αποκατάσταση του τρόπου στολισμού του σώματος, της οργάνωσης της κώμης και της ενδυμασίας των κατοίκων του ευρύτερου χώρου, κατά την εποχή του σιδήρου.

Η Νεκρόπολη των τύμβων αποτελεί αναμφισβήτητα την μεγαλύτερη Νεκρόπολη των Βαλκανίων και μια από τις σημαντικότερες θέσεις νεκροταφείων στην Μακεδονία. Η ολοκλήρωση του ανασκαφικού έργου θα βοηθήσει στην σύνθεση μιας πληρέστερης εικόνας για την ζωή και τον ιδιαίτερο πολιτισμό των κατοίκων του Πάτελι και θα γνωστοποιήσει το ρόλο που αυτός διαδραμάτισε, ως συνδετικός κρίκος μεταξύ του Αιγαίου, της Μακεδονικής ενδοχώρας και των δυτικών Βαλκανίων.

Όλα τα ευρήματα της ανασκαφής φυλάσσονται στον Άγιο Παντελεήμονα όπου δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες υποδομές υποδοχής, επεξεργασίας, μελέτης και φύλαξης των πολυπληθών ευρημάτων.

Ελληνιστική Πόλη Πετρών

Ο αρχαιολογικός χώρος των Πετρών βρίσκεται δίπλα στον οικισμό των Πετρών και σε μικρή απόσταση στην ομώνυμη λίμνη Πετρών.

Η ελληνιστική πόλη των Πετρών βρισκόταν κατά την αρχαιότητα στα όρια του αρχαίου διαμερίσματος της Εορδαίας, στα σύνορα με τη Λυγκηστίδα, δηλαδή μεταξύ άνω και Κάτω Μακεδονίας. Χτισμένη σε στρατηγική θέση, πάνω στα άνδηρα ενός τραπεζιόσχημου λόφου ύψους 720 μ., ο οποίος δεσπόζει πάνω από τη λίμνη των Πετρών και την εύφορη πεδιάδα. Η πόλη ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα στα μέσα του 4ου αι. π. Χ. από το Φίλιππο το Β' με σκοπό να εξασφαλιστεί ο έλεγχος των βόρειων και δυτικών συνόρων του μακεδονικού βασιλείου με την ένωση των τοπικών φυλετικών ομάδων.

Στην περιοχή έχουν ανακαλυφθεί και παλαιότερα λείψανα κατοίκησης και με βάση την κεραμική που ανευρέθη, ανάγονται στην Ύστερη Εποχή Χαλκού και στην Πρώιμη Εποχή Σιδήρου (1200 - 600 π.Χ.). Η επόμενη οικιστική φάση, με λιγοστά λείψανα τοποθετείται στο β' μισό του 4ου αι. π. Χ.. Ακολούθως κατά τον πρώιμο 3ο αιώνα. π. Χ. οικοδομήθηκαν κτίρια σε νησίδες, ενώ η κύρια οικιστική φάση κατά τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. συμπίπτει με την μέγιστη ακμή της πόλης και συνδέεται με τη διέλευση της Εγνατίας οδού πλησίον αυτής της περιοχής. Η Εγνατία οδός, που κατασκευάστηκε περί το 130 π. Χ. περνούσε λίγο νοτιότερα από το λόφο διασχίζοντας τον κάμπο του Αμυνταίου όπως αποδεικνύεται από τους έξι οδοδείκτες (μιλιάρια) που βρέθηκαν στην περιοχή.

Κατά την περίοδο ακμής της πόλης, τον 2ο αι π. Χ. η απλή αγροτική οικονομία αλλάζει καθώς ο οικισμός αποκτά αστικό χαρακτήρα, ενώ διακρίνεται από υψηλό βιοτικό επίπεδο. Στην πόλη λειτουργούν εργαστήρια κεραμικής, κοροπλαστικής και μεταλλοτεχνίας, όπως μαρτυρούν τμήματα μητρών ανάγλυφων αγγείων και ειδωλίων που βρέθηκαν κατά την ανασκαφική έρευνα. Έτσι, έχοντας τον έλεγχο της Εγνατίας για την περιοχή, είναι πλέον ένα αξιόλογο εμπορικό κέντρο που συναλλάσσεται με πολλές πόλεις του ελλαδικού χώρου, όπως φαίνεται από τα νομίσματα τα οποία προέρχονται από την Πέλλα, τη Θεσσαλονίκη, την Αμφίπολη, την Ακαρνανία, τη Ρόδο και το Δυρράχιο. Πάντως, διοικητικά και οικονομικά η πόλη εξαρτώνταν από την πρωτεύουσα του Μακεδονικού Βασιλείου την Πέλλα. Τα ευρήματα της ανασκαφής φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φλώρινας..

Λιμναίοι Οικισμοί Αναργύρων (6.500 - 5.800 π.Χ.)

Το Λεκανοπέδιο του Αμυνταίου Φλώρινας έχει ενταχθεί τα τελευταία 15 χρόνια με τον πλέον δυναμικό τρόπο στον αρχαιολογικό χάρτη της χώρας μέσα από μια νέα, εξαιρετικά σημαντική έρευνα που πραγματοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Φλώρινας. Κορύφωση του έργου αυτού αποτελεί η υλοποίηση από το 2012 ενός γιγάντιου για τα ελληνικά, αλλά και διεθνή δεδομένα σωστικού ανασκαφικού προγράμματος στην περιοχή του Ορυχείου Αμυνταίου στην θέση Ανάργυροι της Δ.Ε.Η. με το οποίο ανασκάφηκαν συνολικά 250 στρέμματα οικισμών. Σε αυτή την μεγαλύτερη σε μέγεθος και διάρκεια σωστική προσπάθεια συμμετείχαν 150 αρχαιολόγοι, 50 περίπου συνεργάτες διαφόρων ειδικοτήτων και 1.100 ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι εργάτες ανασκαφής, ενώ στον οικισμό του Αγίου Παντελεήμονα δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες υποδομές υποδοχής, επεξεργασίας, μελέτης και φύλαξης των πολυπληθών ευρημάτων.

Μέσα από μια πολυεπίπεδη ερευνητική προσπάθεια αποκαλύπτονται σταδιακά οι διάφορες εκφάνσεις ενός μέχρι σήμερα εντελώς άγνωστου προϊστορικού πολιτισμού, ο οποίος είχε την αφετηρία του στα μέσα της 7ης χιλιετίας π.Χ. και που δικαιολογημένα ονομάστηκε «Πολιτισμός των Τεσσάρων Λιμνών» λόγω της καταλυτικής σημασίας του υδάτινου στοιχείου στη διαμόρφωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του. Ο εντοπισμός στην περιοχή 13 οικισμών της Αρχαιότερης Νεολιθικής (6.500 - 5.800 π.Χ.) συνιστά ένα εξαιρετικά σημαντικό νέο δεδομένο για την έρευνα σχετικά με τα αρχικά στάδια της γεωργοκτηνοτροφίας στον Ελλαδικό χώρο. Οι πρώτες αρχαιολογικές ενδείξεις σκιαγραφούν τον ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξαν οι πρώιμες κοινότητες της περιοχής, ακριβώς πάνω σε έναν γεωγραφικό άξονα Θεσσαλίας - Δυτικής Μακεδονίας - Βαλκανικής ενδοχώρας, ο οποίος φαίνεται πως υπήρξε κομβικός για τις διαδικασίες εξέλιξης, διάδοσης ή και μεταφοράς του νεολιθικού τρόπου παραγωγής από τα μέσα της 7ης χιλιετίας π.Χ.

Η ανασκαφή των προϊστορικών λιμναίων οικισμών Ανάργυροι αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη σε ευρωπαϊκό επίπεδο σωστική παρέμβαση σε ένα τέτοιους οικισμούς. Από την έως τώρα πορεία της έρευνας στις παρυφές της εγκατάστασης και σε μέρος της κεντρικής περιοχής προκύπτει πως τα σπίτια ήταν χτισμένα σε ξύλινες υπερυψωμένες πλατφόρμες πάνω από το νερό της λίμνης. Ωστόσο, το εντυπωσιακότερο στοιχείο χωροργάνωσης του οικισμών είναι τα πασσαλόπηκτα μονοπάτια της νοτιοανατολικής περιοχής, τα οποία μέχρι σήμερα έχουν αποκαλυφθεί σε μήκος που φτάνει τα 120 μ. αντίστοιχα και διευκόλυναν την πρόσβαση των κατοίκων του οικισμού προς τη γειτονική όχθη, ενώ έχει εντοπιστεί και ένα αρκετά μεγάλο τμήμα ενός πασσαλόπηκτου διπλού ξύλινου φράχτη γύρω από την εγκατάσταση.

Μέσα στα λείψανα των δεκάδων σπιτιών από τους προϊστορικούς οικισμούς της περιοχής, τα οποία άλλοτε εγκαταλείφθηκαν και κατέρρευσαν κι άλλοτε κάηκαν από ξαφνικές πυρκαγιές, αποκαλύπτονται χιλιάδες αντικείμενα που αφορούν στο σύνολο των παραγωγικών δραστηριοτήτων των νεολιθικών γεωργοκτηνοτρόφων: λίθινα, οστέινα, κεράτινα και πήλινα εργαλεία που αξιοποιούνταν σε διάφορες αγροτοποιμενικές, οικιακές, αλιευτικές και κυνηγετικές δραστηριότητες, μία τεράστια σε σχήματα και τεχνικές κατασκευής ποικιλία πήλινων αγγείων, κατάλληλων για την προετοιμασία, κατανάλωση και αποθήκευση της τροφής, σε συνδυασμό με απανθρακωμένους σπόρους δημητριακών, άγριους καρπούς, οστά ψαριών, οικόσιτων και άγριων ζώων δίπλα σε πήλινους φούρνους και εστίες. Επιπλέον, οι ειδικές συνθήκες υγρασίας στα στρώματα των λιμναίων οικισμών είχαν ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη μιας μοναδικής για τα ελληνικά δεδομένα σειράς ξύλινων τέχνεργων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα σύνθετα γεωργικά εργαλεία (αξίνες, άροτρα, σφυριά κλπ), το ξύλινο σκαμνί από το Λιμνοχώρι ΙΙ και το εξαιρετικά σπάνιο ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο ακέραιο ξύλινο νεολιθικό εργαλείο επεξεργασίας καρπών (γουδοχέρι).

Ένα πολυπληθές σύνολο ευρημάτων και στοιχείων, στο οποίο περιλαμβάνονται ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα πήλινα ειδώλια, κοσμήματα και εξαρτήματα ενδυμασίας από διάφορα υλικά, περίτεχνα διακοσμητικά μοτίβα πάνω σε κεραμεικά σκεύη, πήλινες σφραγίδες και πινακίδες με εγχαράξεις που παραπέμπουν σε αυτό που ειδικοί ονομάζουν νεολιθική «πρωτο-γραφή», επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός σύνθετου κόσμου ιδεών των νεολιθικών παραγωγών της περιοχής των Τεσσάρων Λιμνών.

Εκτός από τον πλούτο και την ποικιλομορφία των εργαλείων, ειδωλίων και κοσμημάτων από λίθο, πηλό, οστό και κέρατο και τις χαρακτηριστικές κατηγορίες αδρών και διακοσμημένων πήλινων αγγείων, η μέχρι σήμερα ανασκαφική έρευνα έχει φέρει στο φως τη μεγαλύτερη στον Ελλαδικό χώρο ομάδα ξύλινων τέχνεργων με χαρακτηριστικότερα τα δύο σχεδόν ακέραια μονόξυλα - βάρκες. Εξαιρετικά σπάνια για τις προϊστορικές ανασκαφές είναι και η ανεύρεση μιας ενότητας χρυσών κοσμημάτων (ελάσματα και δακτυλιόσχημα περίαπτα) στα στρώματα της Τελικής Νεολιθικής περιόδου του οικισμού τα οποία μπορούν να ερμηνευτούν ως αντικείμενα ειδικού γοήτρου για τους κατόχους τους.

Όλα τα ευρήματα της ανασκαφής φυλάσσονται στον Άγιο Παντελεήμονα όπου δημιουργήθηκαν οι απαραίτητες υποδομές υποδοχής, επεξεργασίας, μελέτης και φύλαξης των πολυπληθών ευρημάτων.

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Archeological Sites Καταράκτες (Κανάλι) »